Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „βοσκώ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

βόσκ|ω [ˈvɔskɔ], βοσκ|ώ [vɔsˈkɔ] <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> VERB μεταβ/αμετάβ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский