Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αφρόντιστος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αφρόντιστ|ος <-η, -ο> [aˈfrɔndistɔs] ΕΠΊΘ

1. αφρόντιστος (απεριποίητος):

ο κήπος ήταν αφρόντιστος

2. αφρόντιστος (αμέριμνος):

αφρόντιστος

Παραδειγματικές φράσεις με αφρόντιστος

ο κήπος ήταν αφρόντιστος

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский