Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: assimilieren και Assimilierung

I . assimilieren [asimiˈliːrən] VERB μεταβ/αμετάβ

II . assimilieren [asimiˈliːrən] VERB αυτοπ ρήμα

assimilieren sich assimilieren:

Assimilierung <-> SUBST θηλ ενικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский