Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: Korund και sorgen

I . sorgen [ˈzɔrgən] VERB αμετάβ (sich kümmern)

II . sorgen [ˈzɔrgən] VERB αυτοπ ρήμα sich sorgen

1. sorgen (sich Sorgen machen):

sich sorgen um +αιτ

2. sorgen (sich kümmern):

sich sorgen um +αιτ

Korund <-(e)s, -e> SUBST αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский