Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: anspruchsberechtigt , weisungsberechtigt , bezugsberechtigt , pensionsberechtigt , antragsberechtigt , Nießbrauchrecht και anteilsberechtigt

anspruchsberechtigt ΕΠΊΘ ΝΟΜ

Nießbrauchrecht <-(e)s, -e> SUBST ουδ ΝΟΜ

pensionsberechtigt ΕΠΊΘ

bezugsberechtigt ΕΠΊΘ

anteilsberechtigt ΕΠΊΘ ΝΟΜ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский