Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: prevaricate , prevarication , predestination , preservative , preservation και preventative

pre·vari·ca·tion [prɪˌværɪˈkeɪʃən] ΟΥΣ no πλ form

pre·ven·ta·tive [prɪˈventətɪv] ΕΠΊΘ

preventative → preventive:

Βλέπε και: preventive

pre·ven·tive [prɪˈventɪv] ΕΠΊΘ

I . pres·er·va·tion [ˌprezəˈveɪʃən] ΟΥΣ no πλ

1. preservation (upkeep):

3. preservation ΜΑΓΕΙΡ:

II . pres·er·va·tion [ˌprezəˈveɪʃən] ΕΠΊΘ προσδιορ

pre·serva·tive [prɪˈzɜ:vətɪv] ΟΥΣ

pre·des·ti·na·tion [ˌpri:destɪˈneɪʃən] ΟΥΣ no πλ ΘΡΗΣΚ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina