Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: populate και population

popu·late [ˈpɒpjəleɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. populate usu passive (inhabit):

2. populate (provide inhabitants):

naseljevati [στιγμ naseliti]
poseljevati [στιγμ poseliti]

popu·la·tion [ˌpɒpjəˈleɪʃən] ΟΥΣ

1. population usu ενικ (inhabitants):

prebivalci αρσ πλ
populacija θηλ

2. population no πλ (number of people):

3. population ΒΙΟΛ:

populacija θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina