Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: mortal , moral , modal και momma

mom·ma [αμερικ ˈmɒmə] ΟΥΣ αμερικ παιδ γλώσσ

mama θηλ

mod·al [ˈməʊdəl] ΕΠΊΘ

I . mor·al [ˈmɒrəl] ΕΠΊΘ

2. moral (virtuous):

II . mor·al [ˈmɒrəl] ΟΥΣ

1. moral (of story):

nauk αρσ

2. moral (standards of behaviour):

morals πλ
morala θηλ

I . mor·tal [ˈmɔ:təl] ΕΠΊΘ

1. mortal (subject to death):

2. mortal (human):

3. mortal (temporal):

4. mortal (fatal):

II . mor·tal [ˈmɔ:təl] ΟΥΣ λογοτεχνικό

smrtnik(smrtnica) αρσ (θηλ)
ordinary mortal χιουμ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina