Αγγλικά » Γερμανικά

de·sta·bi·liz·ing [di:ˈsteɪbəlaɪzɪŋ] ΕΠΊΘ προσδιορ

destabilizing ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Ειδικό λεξιλόγιο

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

destabilizing effect

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

But when does social change become destructive and call into question existing frameworks ?

Changes in society and social transformation are not necessarily always destabilizing.

They are acceptable to both individuals and communities as long as those affected can interpret the changed reality according to values and frames of reference.

www.sad.ch

Wann aber wirkt sozialer Wandel destruktiv und stellt bestehende Strukturen in Frage ?

Gesellschaftlicher Wandel und soziale Transformation wirken nicht per se destabilisierend.

Sie sind für das Individuum sowie für eine Gemeinschaft aber nur solange erträglich, als die Betroffenen die veränderte Wirklichkeit nach vertrauten Wert- und Orientierungsmustern sinnvoll deuten können.

www.sad.ch

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "destabilizing" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | Türkçe | 中文