Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „άσκοπα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

άσκοπα [ˈaskɔpa] ΕΠΊΡΡ (μάταια)

άσκοπα

Παραδειγματικές φράσεις με άσκοπα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский