Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: défaut , faussé και fausse

fausse

fausse → faux

Βλέπε και: faux , faux , faux

faux (fausse) [fo, fos] ΕΠΊΘ

2. faux πρόθεμα (postiche):

5. faux πρόθεμα (pseudo):

Zwischendecke θηλ /Zwischenwand θηλ

9. faux πρόθεμα (non fondé):

10. faux postposé (ambigu):

12. faux (qui détonne):

fausse note μτφ
Misston αρσ

faux2 <πλ faux> [fo] ΟΥΣ θηλ (outil)

Sense θηλ

I . faux1 <πλ faux> [fo] ΕΠΊΡΡ

II . faux1 <πλ faux> [fo] ΟΥΣ αρσ

III . faux1 <πλ faux> [fo]

faussé(e) [fose] ΕΠΊΘ

défaut [defo] ΟΥΣ αρσ

3. défaut (inconvénient):

Fehler αρσ
Manko ουδ

4. défaut (imperfection physique):

6. défaut (faiblesse):

Schwäche θηλ
Schwachstelle θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina