Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limmense
elevator

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. elevatore [elevaˈtore] ΕΠΊΘ

1. elevatore ΤΕΧΝΟΛ:

elevatore dispositivo

2. elevatore ΑΝΑΤ:

muscolo elevatore

II. elevatore [elevaˈtore] ΟΥΣ αρσ ΤΕΧΝΟΛ

elevatore

III. elevatore [elevaˈtore]

elevatore a tazze
carrello elevatore
muscolo elevatore
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
carrello αρσ elevatore
muscolo αρσ elevatore
elevatore αρσ
elevatore, di elevazione
sollevare (con un carrello elevatore)
elevatore αρσ a noria, a tazze
elevatore αρσ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

elevatore [e·le·va·ˈto:·re] ΟΥΣ αρσ ΤΕΧΝΟΛ

elevatore

elevatore (-trice) ΕΠΊΘ ΤΕΧΝΟΛ

elevatore (-trice)
carrello elevatore
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
elevatore αρσ a forca

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

elevatore αρσ a forca

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Sono infine presenti a poppa due elevatori 15 × 15m per un carico massimo di 42 tonnellate.
it.wikipedia.org
Ogni torretta aveva una camera di carico inferiore con una giostra di carico che veniva alimentata da un elevatore connesso con la sottostante santabarbara.
it.wikipedia.org
Le parti realizzate in polimeri in alcuni lotti di produzione sono: grilletto, leve sicura, asta guida molla, portacorreggiolo ed elevatori e basi dei caricatori.
it.wikipedia.org
Il processo aziendale viene migliorato nelle fasi di carico e scarico attraverso sistemi di guida con carrello elevatore e la gestione deposito automatizzata.
it.wikipedia.org
Le batterie da trazione sono utilizzate in carrelli elevatori, golf cart elettrici, lavapavimenti, motocicli elettrici, auto elettriche, camion, furgoni e altri veicoli elettrici.
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "elevatore" σε άλλες γλώσσες