Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Stirnreif
Bandeau frontal

serienreif ΕΠΊΘ

Stirnbein ΟΥΣ ουδ

[os αρσ ] frontal αρσ

Stirnseite ΟΥΣ θηλ

1. Stirnseite:

Stirnseite eines Gebäudes
façade θηλ

ιδιωτισμοί:

Stirnseite eines Tisches
bout αρσ

Stirnriemen <-s, -> ΟΥΣ αρσ ΑΘΛ

frontal αρσ

Stirnrunzeln <-s; χωρίς πλ> ΟΥΣ ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der circa 32 cm hohe Helm besteht aus einem Eisengerüst mit Silberplatten, einem Stirnreif und vergoldeten bronzenen Wangenklappen.
de.wikipedia.org
Auf dem Schild ruht eine goldene, fünfblätterige Laubkrone, deren Stirnreif als Mauerwerk mit einem geschlossenen Tor in der Mitte ausgestattet ist.
de.wikipedia.org
Über einen edelsteinbesetzten Stirnreif wechseln sich kleine Perlenzinken mit den größeren Kreuzzinken ab.
de.wikipedia.org
Zuweilen (besonders bei persischen Satrapen, aber auch bei Amazonen) wurde die Mütze mit einem Stirnband oder Stirnreif umwunden.
de.wikipedia.org
Unter einer Zackenkrone wird ein Stirnreif mit zwölf Zinken als Kopfschmuck verstanden.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Stirnreif" σε άλλες γλώσσες