Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Prévue
to segment something
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

seg·men·tie·ren* [zɛgmɛnˈti:rən] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ

etw segmentieren
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to segment sth Η/Υ
etw segmentieren [o. in Abschnitte unterteilen]
to section sth ΒΙΟΛ
etw segmentieren ειδικ ορολ
Präsens
ichsegmentiere
dusegmentierst
er/sie/essegmentiert
wirsegmentieren
ihrsegmentiert
siesegmentieren
Präteritum
ichsegmentierte
dusegmentiertest
er/sie/essegmentierte
wirsegmentierten
ihrsegmentiertet
siesegmentierten
Perfekt
ichhabesegmentiert
duhastsegmentiert
er/sie/eshatsegmentiert
wirhabensegmentiert
ihrhabtsegmentiert
siehabensegmentiert
Plusquamperfekt
ichhattesegmentiert
duhattestsegmentiert
er/sie/eshattesegmentiert
wirhattensegmentiert
ihrhattetsegmentiert
siehattensegmentiert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Wahl des Schwellenwertes hat also nicht nur Einfluss auf die Qualität der Segmentierung an sich, sondern auch auf die Größen der segmentierten Flächen.
de.wikipedia.org
Sie sind schmal-zylindrisch, gerillt, mehrfach geteilt, segmentiert und laufen in eine stechende Spitze aus.
de.wikipedia.org
Die Pflanze ist braunrot, länglich und segmentiert, von fast wurmartiger Gestalt.
de.wikipedia.org
Stummelfüßer sind wurmförmige, segmentierte Tiere mit zylindrischem, bauchseitig abgeflachten Körperquerschnitt und reihenförmig angeordneten ungegliederten Körperanhängen, den Stummelfüßen.
de.wikipedia.org
Die Larve mit einer Länge von 6–8 mm ist weiß-gelblich glänzend und ist segmentiert in Thorax und Abdomen.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "segmentieren" σε άλλες γλώσσες

"segmentieren" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά