Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ärztin
power of disposal

στο λεξικό PONS

Ver··gungs·ge·walt <-, ohne pl> ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ

Verfügungsgewalt τυπικ
die [o. jds] Verfügungsgewalt [über etw αιτ]
the [or sb's] power to use sth

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Verfügungsgewalt ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Verfügungsgewalt (Anwendungsrecht)
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Verfügungsgewalt θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

die [o. jds] Verfügungsgewalt [über etw αιτ]
the [or sb's] power to use sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Sie hatten aber über die Dorfkirche keine Verfügungsgewalt.
de.wikipedia.org
Die Aufhebung des Lizenzzwangs und das Zurückbekommen der Verfügungsgewalt über die eigenen Zeitungsbetriebe waren deshalb die Ziele von Altverlegervereinigungen, die in den drei Westzonen entstanden.
de.wikipedia.org
Das Kloster der Prämonstratenserinnen bekam den Status eines Priorats und hatte die Verfügungsgewalt über mehrere Kirchen im Umkreis.
de.wikipedia.org
Ihre Verfügungsgewalt erstreckte sich dabei nicht allein über einkommensstarke Provinzen, deren Erträge nur teilweise an den König weitergeleitet wurden, sondern auch über bedeutende Truppenteile.
de.wikipedia.org
Die für die Grundherrschaft typische Verfügung über Personen durch die Verfügungsgewalt über Personen mag es in ähnlicher Form auch schon vor dem Mittelalter gegeben haben.
de.wikipedia.org