Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Überlegen
jemandem [die] Absolution erteilen

absoudre [apsudʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. absoudre ΘΡΗΣΚ:

absoudre qn

2. absoudre ΝΟΜ:

absoudre qn
Présent
j'absous
tuabsous
il/elle/onabsout
nousabsolvons
vousabsolvez
ils/ellesabsolvent
Imparfait
j'absolvais
tuabsolvais
il/elle/onabsolvait
nousabsolvions
vousabsolviez
ils/ellesabsolvaient
Passé simple
-
-
-
-
-
-
Futur simple
j'absoudrai
tuabsoudras
il/elle/onabsoudra
nousabsoudrons
vousabsoudrez
ils/ellesabsoudront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

absoudre qn

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le prêtre donne l'absoute à ces pauvres âmes.
fr.wikipedia.org
Le tombeau entrouvert sous ses yeux achève d’absoudre, de sanctifier un amour qui n’offense plus le ciel et appartient déjà à l’éternité.
fr.wikipedia.org
Il démissionne de ses fonctions, le pape l'absout et le réintègre.
fr.wikipedia.org
S'ils sont absous, on pourra leur donner une pension prise sur les biens de l'ordre.
fr.wikipedia.org
Émus par sa modestie et sa jeunesse, ses juges sont tentés de l'absoudre.
fr.wikipedia.org