Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Idealen
vehement

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

véhément (véhémente) [veemɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

véhément (véhémente) personne, discours, propos
véhément (véhémente) orateur
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
véhément
vehement tirade, gesture, attack
véhément
impassioned appeal, plea, speech
véhément
strident statement, group
véhément
heated denial, defence
véhément

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

véhément(e) [veemɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

véhément(e)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
véhément(e)
véhément(e)
véhément(e)
fierce love, discussion
véhément(e)
intense person
véhément(e)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

véhément(e) [veemɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

véhément(e)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
véhément(e)
véhément(e)
véhément(e)
fierce love, discussion
véhément(e)
intense person
véhément(e)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Herzfeld (1968) propose le médique (en) brza-vaciya : les « véhéments ».
fr.wikipedia.org
Cette parodie des entretiens littéraires recèle un art poétique véhément.
fr.wikipedia.org
Il a indubitablement son style, mais on trouve chez lui quelques traces d’impressionnisme, par ses couleurs véhémentes il touche également au fauvisme.
fr.wikipedia.org
Malgré l'âge qui commençait à se faire sentir, il continue son combat véhément pour les causes qui lui sont chères.
fr.wikipedia.org
La correspondance avec sa mère accuse une opposition de plus en plus véhémente.
fr.wikipedia.org