Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rivoluzione
corporate body

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

corporation [kɔʀpɔʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. corporation (gén):

corporation
corporation

2. corporation ΝΟΜ:

corporation

3. corporation ΙΣΤΟΡΊΑ:

corporation
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
corporation θηλ londonienne
membre αρσ d'une corporation londonienne
corporation θηλ

στο λεξικό PONS

corporation [kɔʀpɔʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. corporation (association):

corporation

2. corporation ΙΣΤΟΡΊΑ:

corporation
στο λεξικό PONS

corporation [kɔʀpɔʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. corporation (association):

corporation

2. corporation ΙΣΤΟΡΊΑ:

corporation

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Celle-ci, à partir de 1895 n'est plus élue par les blanchisseuses et ne fait plus partie de cette corporation.
fr.wikipedia.org
En 1530, il est inscrit à la corporation des peintres, dont il semble être l'un des membres influents.
fr.wikipedia.org
Ils demandent, premièrement une révolution spirituelle qui en accompagnerait une politique, deuxièmement que les architectes s'organisent en corporations s'aidant mutuellement.
fr.wikipedia.org
Ainsi ce n’est que bien des années plus tard par la loi du 2 mars 1791, que seront abolies toutes les corporations.
fr.wikipedia.org
Il est également utilisé lors des réunions des corporations, du fait de sa grande contenance.
fr.wikipedia.org