Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Prägen
reumatico, -a

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. rheumatic [βρετ rʊˈmatɪk, αμερικ ruˈmædɪk] ΟΥΣ (sufferer)

rheumatic

II. rheumatic [βρετ rʊˈmatɪk, αμερικ ruˈmædɪk] ΕΠΊΘ

rheumatic joints, person
rheumatic condition, pain

rheumatic fever [βρετ, αμερικ ruˈˌmædɪk ˈfivər] ΟΥΣ

rheumatic fever
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rheumatic
reumatico (reumatica)
rheumatic
rheumatic fever

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

rheumatic [ru:·ˈmæ·t̬ɪk] ΕΠΊΘ

rheumatic
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rheumatic
anti-rheumatic drug
anti-rheumatic

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In developed nations, it appears to have replaced acute rheumatic fever as the most common cause of acquired heart disease in children.
en.wikipedia.org
Rheumatic fever is common worldwide and responsible for many cases of damaged heart valves.
en.wikipedia.org
Historically it was one of the first bacterial markers used for diagnosis and follow up of rheumatic fever or scarlet fever.
en.wikipedia.org
At the age of 20, she became ill with rheumatic fever and credited her eventual recovery to intercession by spirits.
en.wikipedia.org
Rheumatic disease progression and recent shoulder surgery can also cause a pattern of pain and limitation similar to frozen shoulder.
en.wikipedia.org