Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

pensino
sacerdote

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

clergyman <pl clergymen [-mən]> [αμερικ ˈklərdʒimən, βρετ ˈkləːdʒɪmən] ΟΥΣ

clergyman
clérigo αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
clérigo (clériga) m
clergyman
clergyman
clergyman

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

clergyman <-men> [ˈklɜ:dʒɪmən, αμερικ ˈklɜ:r-] ΟΥΣ

clergyman
sacerdote αρσ
clergyman (protestant)
pastor αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
clergyman
clergyman
clergyman
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

clergyman <-men> [ˈklɜr·dʒɪ·mən] ΟΥΣ

clergyman
sacerdote αρσ
clergyman (protestant)
pastor αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
clergyman
clergyman

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Although an efficient clergyman, varying estimates have been found of his character.
en.wikipedia.org
The protagonist - a rebellious young man - comes into a head-on conflict with his father, a strict clergyman.
en.wikipedia.org
They are usually controlled by a board of management under diocesan patronage and often include a local clergyman.
en.wikipedia.org
There was an endowment for a clergyman to be appointed by the lord of the town.
en.wikipedia.org
These included being referred to as a goose for her slowness by a local clergyman.
en.wikipedia.org