Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Guinée
Fruchtbarkeit

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

fer·til·ity [fəˈtɪləti, αμερικ fɚˈtɪlət̬i] ΟΥΣ no pl

1. fertility of soil:

fertility
Fruchtbarkeit θηλ <->

2. fertility of life form:

fertility
Fruchtbarkeit θηλ <->
fertility
Fertilität θηλ <-> ειδικ ορολ

3. fertility λογοτεχνικό (inventiveness):

fertility
Fruchtbarkeit θηλ <->
fertility
Kreativität θηλ <->

fer·ˈtil·ity rite ΟΥΣ

fertility rite

fer·ˈtil·ity treat·ment ΟΥΣ

fertility treatment

fer·ˈtil·ity drug ΟΥΣ

fertility drug

fer·ˈtil·ity sym·bol ΟΥΣ

fertility symbol

fer·ˈtil·ity rate ΟΥΣ

fertility rate

soil fer·ˈtil·ity ΟΥΣ no pl ΓΕΩΡΓ

soil fertility
Καταχώριση OpenDict

fertility clinic ΟΥΣ

fertility clinic
fertility clinic
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
fertility
fertility
fertility

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

fertility behaviour [fəˈtɪlətibɪˌheɪvjə] ΟΥΣ

fertility behaviour

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

soil fertility ΟΥΣ

soil fertility

fertility factor [fəˈtɪlətiˌfæktə], f-factor, sex factor ΟΥΣ

fertility factor

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Initial transition takes place at high fertility values in response to higher literacy levels and low infant mortality.
en.wikipedia.org
Sub-replacement fertility can also change social relations in a society.
en.wikipedia.org
The spies returned with samples of the land's fertility, but warned that its inhabitants were giants.
en.wikipedia.org
The total fertility rate for the world has been declining very rapidly since the 1990s.
en.wikipedia.org
Surgery involving reproductive tissue affects reproductive function and fertility.
en.wikipedia.org