Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „τάμα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

τάμα [ˈtama] SUBST ουδ

1. τάμα ΘΡΗΣΚ (υπόσχεση):

τάμα
Gelübde θηλ

2. τάμα ΘΡΗΣΚ (χάρισμα):

τάμα
Weihgabe θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский