Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „προμηθευτική“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

προμηθευτική επιχείρηση θηλ
προμηθευτική σύμβαση θηλ διαρκούς παροχής
προμηθευτική σύμβαση θηλ έργου

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский