Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „πολυώνυμο“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

πολυώνυμο [pɔliˈɔnimɔ] SUBST ουδ

Παραδειγματικές φράσεις με πολυώνυμο

δευτεροβάθμιο πολυώνυμο
κυβικό πολυώνυμο
ομογενές πολυώνυμο
πολυώνυμο παρεμβολής
αναγώγιμο πολυώνυμο ΜΑΘ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский