Μεταφράσεις για „παλινδρόμηση“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

παλινδρόμησ|η <-εις> [palinˈðrɔmisi] SUBST f

2. παλινδρόμηση (υπαναχώρηση):

παλινδρόμηση ΣΤΑΤ, ΨΥΧ

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文