Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ορέγομαι“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ορέ|γομαι <-χτηκα> [ɔˈrɛɣɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ

ορέγομαι

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский