Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „cords“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Cord <-(e)s, -e [o. -s] > [kɔrt] SUBST αρσ

κοτλέ ουδ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Γερμανικά
Seit 1916 war die Flasche nur noch innen verzinnt, außen aber emailliert, der Baumwollüberzug durch braunen Cord ersetzt.
de.wikipedia.org
Ausstattungsmerkmale waren Sitzbezüge mit großstreifigem Cord, Schlingenflor-Teppich, Holzfolie am Armaturenbrett, Sporträder der Größe 5,5 × 15 und seitlicher Schriftzug.
de.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский