Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: Grundrauschen , Grundmauer , grundieren , Grundrechenart και Grundfläche

Grundrauschen <-s> SUBST ουδ ενικ ΗΛΕΚ

grundieren [grʊnˈdiːrən] VERB μεταβ

Grundmauer <-, -n> SUBST θηλ

Grundfläche <-, -n> SUBST θηλ

1. Grundfläche ΜΑΘ:

βάση θηλ

2. Grundfläche (von Haus) ΜΑΘ:

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский