Γερμανικά » Αγγλικά

Am·nes·tier·te(r) ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

Amnestierte(r)

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Der Steuerpflichtige erhält von der Bank eine Bestätigung über die ordnungsgemäße Versteuerung.

Damit gilt die Steuerpflicht für die Vergangenheit als abgegolten, die damit zusammenhängenden Finanzvergehen sind amnestiert.

www.leitnerleitner.com

The taxpayer receives a confirmation from the Swiss bank that he or she has made the lump-sum payment.

The taxpayer's past tax commitments are deemed to have been settled as a result and an amnesty is granted for any associated tax offences.

www.leitnerleitner.com

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "Amnestierte" σε άλλες γλώσσες

"Amnestierte" στα μονόγλωσσα Γερμανικά λεξικά


Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | Türkçe | 中文