Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: lithographie , lithographier και lithographique

lithographie [litɔgʀafi] ΟΥΣ θηλ

1. lithographie (estampe):

Lithographie θηλ

2. lithographie sans πλ (technique, art):

Lithographie θηλ

lithographier [litɔgʀafje] ΡΉΜΑ μεταβ

lithographique [litɔgʀafik] ΕΠΊΘ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina