Σλοβενικά » Αγγλικά

Μεταφράσεις για „illegitimacy“ στο λεξικό Σλοβενικά » Αγγλικά

(Μετάβαση προς Αγγλικά » Σλοβενικά)
illegitimacy no πλ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
During this period, the report of illegitimacy was given credence.
en.wikipedia.org
That first element is pressure amounting to compulsion of the will of the victim and the second was the illegitimacy of the pressure.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina