giurato στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

Μεταφράσεις για giurato στο λεξικό Ιταλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ιταλικά)

I.giurato [dʒuˈrato] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

giurato → giurare

Βλέπε και: giurare

1. giurare (promettere solennemente):

to swear blind thatοικ

II.giurare [dʒuˈrare] ΡΉΜΑ αμετάβ βοηθ ρήμα avere (fare giuramento)

III.giurarsi ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα (reciprocamente)

1. giurare (promettere solennemente):

to swear blind thatοικ

II.giurare [dʒuˈrare] ΡΉΜΑ αμετάβ βοηθ ρήμα avere (fare giuramento)

III.giurarsi ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα (reciprocamente)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για giurato στο λεξικό Αγγλικά»Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
giurato αρσ
giurato αρσ supplente
giurato αρσ
non giurato
giurato

giurato στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για giurato στο λεξικό Ιταλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ιταλικά)

I.giurato (-a) [dʒu·ˈra:·to] ΕΠΊΘ (nemico, perito)

II.giurato (-a) [dʒu·ˈra:·to] ΟΥΣ αρσ (θηλ) ΝΟΜ

I.giurare [dʒu·ˈra:·re] ΡΉΜΑ μεταβ

II.giurare [dʒu·ˈra:·re] ΡΉΜΑ αμετάβ

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για giurato στο λεξικό Αγγλικά»Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
giurato(-a) αρσ (θηλ)
giurato, -a

giurato Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

giurare su qc/qu μτφ
guardia giurato

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Ιταλικά
I giurati poterono votare per qualsiasi paese, anche il proprio.
it.wikipedia.org
Nemico giurato di ogni crimine sessuale, segue la pista di un maniaco.
it.wikipedia.org
Viene infatti convocata una riunione straordinaria della giuria, dalla quale pensa che sarà allontanato, ma scopre che il giurato incriminato non è lui.
it.wikipedia.org
Ha assunto le sue funzioni dopo aver giurato il 5 dicembre dello stesso anno.
it.wikipedia.org
Hjörvarðr aveva giurato che avrebbe posseduto la donna più bella.
it.wikipedia.org
Ali non dovrà raccontare la verità ma, ad almeno un giurato, dovrà far dubitare della sua colpevolezza.
it.wikipedia.org
Si confessò a un prete giurato, al quale chiese il perdono per aver votato la morte del cugino.
it.wikipedia.org
Ogni paese ha due giurati, uno sotto e uno sopra i venticinque anni, che votano ogni canzone con punti dall'uno al cinque.
it.wikipedia.org
Murano finì col fare il progetto sebbene fosse stato in realtà uno dei giurati.
it.wikipedia.org
Ogni giurato dichiara i suoi voti per ciascun concorrente al termine della puntata, assegnando da cinque a quattordici punti.
it.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski