Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αποστηθίζω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αποστηθί|ζω <-σα> [apɔstiˈθizɔ] VERB μεταβ (μαθαίνω απέξω)

αποστηθίζω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский