Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: ruiner , ruine , ruminer , bruiner , ruineux , rune , bruine και ruiné

ruine [ʀɥin] ΟΥΣ θηλ

1. ruine πλ (décombres):

2. ruine (édifice délabré):

Ruine θηλ

3. ruine (personne):

Wrack ουδ

7. ruine (source de dépenses):

I . ruiner [ʀɥine] ΡΉΜΑ μεταβ

1. ruiner (dévaster):

2. ruiner (dépouiller de sa richesse):

4. ruiner (coûter cher):

ça [ne] va pas te ruiner οικ

bruiner [bʀɥine] ΡΉΜΑ αμετάβ απρόσ

I . ruminer [ʀymine] ΡΉΜΑ μεταβ

2. ruminer ΖΩΟΛ:

II . ruminer [ʀymine] ΡΉΜΑ αμετάβ

ruiné(e) [ʀyine] ΕΠΊΘ

1. ruiné (délabré):

2. ruiné (qui a perdu sa fortune):

bruine [bʀɥin] ΟΥΣ θηλ

Nieselregen [o. Sprüh-] αρσ

rune [ʀyn] ΟΥΣ θηλ

Rune θηλ
Runenzeichen ουδ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina