Μεταφράσεις για oak-leaf στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Μεταφράσεις για oak-leaf στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. feuille (d'arbre):

2. feuille (de papier, carton):

sheet of scrap paper βρετ
sheet of scratch paper αμερικ

3. feuille (de métal, plastique):

aluminium foil βρετ
aluminum foil αμερικ

ιδιωτισμοί:

feuille de centrage ΑΕΡΟ
feuille de chêne ΜΑΓΕΙΡ
oak-leaf lettuce
rag οικ
feuille de chou farcie ΜΑΓΕΙΡ
tax demand βρετ
tax statement αμερικ
payslip βρετ
pay stub αμερικ
feuille de route ΣΤΡΑΤ
feuille de vigne ΤΈΧΝΗ
feuille de vigne farcie ΜΑΓΕΙΡ
feuilles de passe ΤΥΠΟΓΡ

Βλέπε και: bon

2. bon (de qualité):

elle est (bien) bonne, celle-là οικ! (amusé) κυριολ
elle est (bien) bonne, celle-là οικ! (indigné) ειρων

3. bon (supérieur à la moyenne):

5. bon (avantageux):

à quoi bon?

6. bon (efficace):

7. bon (destiné):

your pen is fit for the bin βρετ
your pen is fit for the garbage αμερικ
I'm in for a fine οικ

8. bon (bienveillant):

he looks like a nice guy οικ
vous êtes (bien) bon! ειρων
that's (very) good ou noble of you! ειρων
il est bon, lui οικ! ειρων

10. bon (utilisable):

the tyre has had it οικ

II.bon (bonne) [bɔ̃, bɔn] ΟΥΣ αρσ (θηλ) (personne)

bon, on va pas en faire un drame οικ!
bon ami παρωχ
bon de croissance ΧΡΗΜΑΤΟΠ
petrol coupon βρετ
gas coupon αμερικ
bon point κυριολ
bon point μτφ
brownie point οικ
bon de réduction ΕΜΠΌΡ
bon à rien
dyed-in-the-wool προσδιορ
bon vivant επίθ
bonne amie παρωχ
bonne femme οικ (femme)
woman μειωτ
old lady οικ
être bonne fille κυριολ
bonne sœur οικ
bonne à tout faire μειωτ
skivvy οικ βρετ μειωτ
bonne à tout faire μειωτ
bonnes mœurs ΝΟΜ
Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζήτηση στο λεξικό

Αγγλικά

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski