Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Montagnes
Empfindlichkeit

susceptibilité [sysɛptibilite] ΟΥΣ θηλ

1. susceptibilité:

susceptibilité

2. susceptibilité ΝΟΜ:

susceptibilité d'être pourvu(e) en cassation
Revisibilität θηλ ειδικ ορολ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

susceptibilité d'être pourvu(e) en cassation
Revisibilität θηλ ειδικ ορολ
ménager la susceptibilité de qn

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Leur espièglerie, leurs taquineries et leur rire sonore sont bien connus, tout comme leur susceptibilité.
fr.wikipedia.org
Des tests sont également attendus pour diagnostiquer une plus grande susceptibilité que la moyenne aux cancers radio-induits.
fr.wikipedia.org
Parmi les inconvénients des récepteurs superhétérodynes, on peut noter leur susceptibilité aux fréquences parasites proches de leur fréquence intermédiaire.
fr.wikipedia.org
Il faut noter une susceptibilité plus élevée des personnes à la peau noire vis-à-vis de ce germe.
fr.wikipedia.org
À la différence du chrome pur, le borure de chrome(III) est paramagnétique, avec une susceptibilité magnétique qui ne dépend que faiblement de la température.
fr.wikipedia.org