Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Corpo
Strandräuber

naufrageur (-euse) [nofʀaʒœʀ, -ʒøz] ΟΥΣ αρσ, θηλ

1. naufrageur ΝΑΥΣ:

naufrageur (-euse)
Strandräuber(in) αρσ (θηλ)

2. naufrageur λογοτεχνικό (personne qui cause la ruine):

naufrageur (-euse)
Totengräber(in) αρσ (θηλ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ils n'ont rien à voir avec les naufrageurs.
fr.wikipedia.org
Ce mythe des naufrageurs a très probablement pour origine la transposition de cas réels de nombreux pillages de navires naufragés ou échoués en une légende de naufrages provoqués.
fr.wikipedia.org
Un naufrageur est celui qui provoque volontairement le naufrage d’un navire, à la différence du pilleur d'épave qui se contente de piller un navire déjà échoué (une épave).
fr.wikipedia.org
Pour réfuter la légende des îliens naufrageurs, ceux-ci ont élaboré leurs propres versions de l'histoire, dans laquelle ils portent secours aux passagers.
fr.wikipedia.org
Les naufrageurs traquent alors les jeunes filles dans un cimetière de bateaux auquel ils finissent par mettre le feu.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "naufrageur" σε άλλες γλώσσες