I. maraicherNO (-ère) [maʀeʃe, -ɛʀ], maraîcher(-ère)OT ΕΠΊΘ
II. maraicherNO (-ère) [maʀeʃe, -ɛʀ], maraîcher(-ère)OT ΟΥΣ αρσ, θηλ
- maraicher (-ère)
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- maquis
- maquisard
- marabout
- marabouter
- maracas
- maraicher maraicher maraîcher maraicher maraîcher-ère maraicher-ère maraicher-ère maraîcher maraicher-ère maraîcher-ère
- marais
- marasme
- marasquin
- marathon
- marathonien