Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dalmatian
biologisch

bio [bjo] ΕΠΊΘ οικ

bio συντομογραφία: biologique

bio agriculture, produit
bio agriculture, produit
Bio-
Biokost θηλ
Bioladen αρσ
pain bio
Biobrot ουδ

biologique [bjɔlɔʒik] ΕΠΊΘ

1. biologique (relatif à la biologie):

Biologie θηλ

2. biologique (naturel, écologique):

biologique agriculture
biologique agriculture
Bio-
Biokost θηλ
Biosiegel ουδ
Biobauer(-bäuerin) αρσ (θηλ)

3. biologique (utilisant des organismes vivants):

Biowaffe θηλ

bio-industrie [bjoɛ͂dystʀi] ΟΥΣ θηλ

bio-informatique [bjoɛ͂fɔʀmatik] ΟΥΣ θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Elle promeut aussi des transports propres, une agriculture durable et l'agriculture bio.
fr.wikipedia.org
Certaines de ces crevettes sont élevées en aquaculture (pénéiculture), parfois sous le label bio.
fr.wikipedia.org
Il s'agit d'une bière blonde titrant 8,5 % d'alcool brassée à partir d'ingrédients provenant de cultures bio.
fr.wikipedia.org
Une analyse bio-informatique faisant appel à un assembleur permet ensuite de réordonner les fragments génomiques par chevauchement des séquences communes.
fr.wikipedia.org
Ce produit, lorsqu'il est d'origine naturelle, est autorisé en agriculture bio, sous forme de poudre.
fr.wikipedia.org