Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

rag
baciarsi

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. smooch [βρετ smuːtʃ, αμερικ smutʃ] ΟΥΣ οικ

1. smooch (kiss and cuddle):

smooch
to have a smooch couple:

2. smooch βρετ (slow dance):

smooch
lento αρσ

II. smooch [βρετ smuːtʃ, αμερικ smutʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. smooch (kiss and cuddle):

smooch

2. smooch βρετ (dance):

smooch
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
smooch οικ
smooch
to smooch οικ
to have a smooch οικ
to smooch
smooch βρετ οικ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. smooch [smu:tʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ (kiss)

smooch

II. smooch [smu:tʃ] ΟΥΣ (kiss)

to have a smooch
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to smooch
Present
Ismooch
yousmooch
he/she/itsmooches
wesmooch
yousmooch
theysmooch
Past
Ismooched
yousmooched
he/she/itsmooched
wesmooched
yousmooched
theysmooched
Present Perfect
Ihavesmooched
youhavesmooched
he/she/ithassmooched
wehavesmooched
youhavesmooched
theyhavesmooched
Past Perfect
Ihadsmooched
youhadsmooched
he/she/ithadsmooched
wehadsmooched
youhadsmooched
theyhadsmooched

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Despite having to spend the night apart, all the couples who have connections (barf) reunite and smooch and look longingly into each other's eyes.
news.nationalpost.com
I'm considering that a non-spoiler, seeing as how widely the smooch was reported and discussed in advance.
entertainment.time.com
An impressive 31pc picked the actress as their choice to smooch.
www.herald.ie
Points deducted for awkwardly moving your arms about 63 times (we counted) during the smooch.
www.scout.co.nz
You're surrounded by friends, family, and that special someone to plant a big smooch on.
www.cbc.ca