Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Fett
editto

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

edict [βρετ ˈiːdɪkt, αμερικ ˈidɪkt] ΟΥΣ

1. edict ΙΣΤΟΡΊΑ:

edict
editto αρσ

2. edict:

edict ΝΟΜ, ΠΟΛΙΤ
decreto αρσ
to issue an edict
revoke will, offer, edict
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
edict
to issue an edict
editto σπάνιο
edict
to issue an edict

στο λεξικό PONS

edict [ˈi:·dɪkt] ΟΥΣ

1. edict ΙΣΤΟΡΊΑ:

edict
editto αρσ

2. edict (order):

edict
decreto αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

However, with its proclamation, he immediately came out staunchly against the edict.
en.wikipedia.org
But the edicts had little effect, and the office of the chief rabbi became obsolete soon after its creation.
en.wikipedia.org
It is one of the edicts of toleration of history.
en.wikipedia.org
As part of his duties, he reviewed drafts of imperial edicts.
en.wikipedia.org
The edict of expulsion was widely popular and met with little resistance, and the expulsion was quickly carried out.
en.wikipedia.org