Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

damaigrissement
embonpoint

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

plumpness [βρετ ˈplʌmpnəs, αμερικ ˈpləmpnəs] ΟΥΣ

plumpness (of person)
embonpoint αρσ
plumpness (of arms, legs etc)
rondeur θηλ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

plumpness ΟΥΣ no πλ

plumpness
embonpoint αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
plumpness
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

plumpness ΟΥΣ

plumpness
embonpoint αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
plumpness

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In addition, turkeys and wool are produced and the area is noted for the quality and plumpness of its lambs.
en.wikipedia.org
They work together to prevent the signs of aging specifically loss of elasticity and slackening of the tissue as well as loss of plumpness.
www.jamaicaobserver.com
The gentle facial expression and the plumpness of the body indicates that this image is likely from around 1675.
en.wikipedia.org
As we age, our skin becomes thinner, loses plumpness, and gains fine lines and wrinkles.
www.stuff.co.nz
His women are slim and long-limbed, his men incline to plumpness, and both enjoy tapering fingers and toes.
en.wikipedia.org