Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Sindone
asexuel(le)

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

asexual [βρετ eɪˈsɛkʃʊəl, αμερικ eɪˈsɛkʃ(u)əl] ΕΠΊΘ

asexual
asexué also μτφ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
asexué (asexuée) ΒΙΟΛ, ΖΩΟΛ
asexual

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

asexual [ˌeɪˈsekʃʊəl, αμερικ -ʃuəl] ΕΠΊΘ

1. asexual (without involving sex):

asexual

2. asexual (without sex organs):

asexual a. μτφ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
asexual
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

asexual [ˌeɪ·ˈsek·ʃu·əl] ΕΠΊΘ

1. asexual (without involving sex):

asexual

2. asexual (without sex organs):

asexual a. μτφ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
asexual

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Only their asexual form of reproduction is known, meaning that this group of fungi produces their spores asexually.
en.wikipedia.org
Individuals go through a series of emotional processes that end with their identifying with the asexual community.
en.wikipedia.org
They do not produce pigment but do have an asexual cycle in the blood.
en.wikipedia.org
The life-cycle usually involves asexual reproduction by means of binary fission, either through desmoschisis or eleuteroschisis.
en.wikipedia.org
Asexual reproduction is implemented as producing the offspring's genome (the gene network) by directly copying the parent's genome.
en.wikipedia.org