Σλοβενικά » Αγγλικά

Μεταφράσεις για „omréžiti“ στο λεξικό Σλοβενικά » Αγγλικά

(Μετάβαση προς Αγγλικά » Σλοβενικά)

omréži|ti <-m; omrežil> ΡΉΜΑ στιγμ μεταβ

1. omrežiti (namestiti mrežo):

omrežiti

2. omrežiti μτφ (osvojiti):

omrežiti

Παραδειγματικές φράσεις με omrežiti

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Σλοβένικα
V recitativu in dolgi ariji jo skuša omrežiti in pridobiti zase.
sl.wikipedia.org
Plesa je že skoraj konec, ko zagleda mladeniča, ki ga želi omrežiti.
sl.wikipedia.org
Ta ga je povsem omrežila in ga ujela v svojem gradu.
sl.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "omréžiti" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina