ahorrarse στο λεξικό PONS

ahorrarse Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

ahorrarse disgustos

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski