Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ψάμμωμα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ψάμμωμα [ˈpsamɔma] SUBST ουδ ΙΑΤΡ

ψάμμωμα
Psammom ουδ
ψάμμωμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский