Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „καταπλήσσω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

κατ|απλήσσω <-έπληξα [ή -άπληξα], -απλάγηκα> [kataˈplisɔ] VERB μεταβ

καταπλήσσω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский