Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εκλείπω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ε|κλείπω <-ξέλειψα> [ɛkˈlipɔ] VERB αμετάβ

εκλείπω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский