Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αυτόφωτος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αυτόφωτ|ος <-η, -ο> [afˈtɔfɔtɔs] ΕΠΊΘ

1. αυτόφωτος (που εκπέμπει φως):

αυτόφωτος

2. αυτόφωτος μτφ:

αυτόφωτος

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский