Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αρίγωτος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αρίγωτ|ος <-η, -ο> [aˈriɣɔtɔs] ΕΠΊΘ (χαρτί)

αρίγωτος

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский